Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Τα κλεμενα γλυπτα.

Η επιτυχής έκβαση της ναυμαχίας στο Αμπουκίρ (Αύγουστος 1798) και η ήττα του Ναπολέοντα ώθησε την Οθωμανική αυτοκρατορία να υποστηρίξει θερμά μια συμμαχία με την Μ. Βρετανία, αποσκοπώντας στην προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων και εδαφών της από τον κίνδυνο του γαλλικού επεκτατισμού. Η στήριξη αυτής της πολιτικής ιδεολογίας εδραιώθηκε με την εγκατάσταση Βρετανών πρεσβευτών σε καίρια αστικά κέντρα των εδαφών της. Έτσι το 1799, ο Thomas Bruce (κόμης του Έλγιν) τοποθετήθηκε πρεσβευτής της Βρετανίας στην Υψηλή Πύλη (Κωνσταντινούπολη). Ο Έλγιν, με τη στήριξη της βρετανικής κυβέρνησης, επεδίωξε να περατώσει ένα μεγαλόπνοο έργο αποτύπωσης και κατασκευής εκμαγείων των αρχαίων ιστορικών καταλοίπων της πόλης των Αθηνών. Για το σκοπό αυτό προσέλαβε, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να προσεγγίσει τον διάσημο βρετανό ζωγράφο J. M. Turner, τους ζωγράφους William Richard Hamilton και Giovanni Batista Lusieri. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της άφιξης των Hamilton και Lusieri στην Αθήνα έγινε αντιληπτό το δυσεπίτευκτο έργο της αποστολής. Ανυπαρξία εργατικού εξοπλισμού και ανυψωτικών μηχανισμών, ελλιπές εργατικό δυναμικό και κυρίως δυσπιστία ήταν τα πιο σημαντικά προβλήματα. Ωστόσο καμία δυσκολία δεν ήταν ανυπέρβλητη για τον Βρετανό πρεσβευτή, ο οποίος, στην αρχή τουλάχιστον, διέθετε μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Οι οθωμανικές συνειδήσεις σε τέτοιους καιρούς δύσκολα μπορούσαν να αντισταθούν στα ωραία “δώρα” που τους πρόσφερε ένας λόρδος. Βέβαια αυτό δεν ήταν αρκετό. Η επιχείρηση του Έλγιν στηρίχθηκε σε ένα ανύπαρκτο έγγραφο άδειας εργασιών και στις ευνοϊκές πολιτικές συγκυρίες που απέρρεαν από την νίκη του Βρετανού λόρδου Νέλσον ατό Αμπουκίρ.
Η έκδοση του οθωμανικού φιρμανιού ακόμα και σήμερα, μετά τη δημοσίευση του από το αρχείο του St. Clair, είναι επίδικη για τους λόγους που θα αναφερθούν ακολούθως. Το επίμαχο έγγραφο μετάφερε από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα ο αιδεσιμότατος Phillip Hunt, προσωπικός φίλος και πράκτορας του Έλγιν.
Ποια ήταν όμως η ανομολόγητη πρόθεση του Έλγιν με τη μεταφορά επιφανών μνημείων από την Ελλάδα στο Λονδίνο; Ο Έλγιν υπήρξε ένας ανελέητα φιλοχρήματος και υπερβολικά πλεονέκτης άνθρωπος. Σκοπός της συγκρότησης της συλλογής του ήταν να τη χρησιμοποίηση για την αισθητική αναβάθμιση του πύργου Broohall της Σκωτίας. “Θέλω να έχω”, γράφει στον Lusieri, “πραγματικά δείγματα από κάθε αντικείμενο ή αρχιτεκτονικό κόσμημα, από κάθε γείσο, από κάθε ζωφόρο, από κάθε κιονόκρανο, από τις διακοσμήσεις των οροφών, τους ραβδωτούς κίονες και όσο γίνεται περισσότερα”. Και αλλού: “Πρέπει να δείτε τα σχέδια του σπιτιού μου στη Σκωτία. Με απασχολεί η διαρρύθμιση της οικοδομής. Σκέφτομαι να τοποθετήσω με εντυπωσιακό και όμορφο τρόπο τα αντικείμενα που θα συγκεντρώσετε για μένα. Τα σχέδια προβλέπουν τη διακόσμηση της μεγάλης αίθουσας με κίονες (…). Πρέπει να συγκεντρωθούν όσο το δυνατό περισσότερα μάρμαρα. Έχω και άλλους χώρους που τα χρειάζονται. Δεν είναι ανάγκη, νομίζω, να σας υπενθυμίσω τη σημασία των μαρμάρων και των ιστορικών αντικείμενων”.

Σε ένα γράμμα του μάλιστα στον λόρδο Keith αρχιναύαρχο της Μεσογείου, ζητά να διατεθεί ένα πλοίο για να μεταφέρει στη Βρετανία την ήδη τεμαχισμένη πρόσταση των Καρυάτιδων του Ερεχθείου. Τα επιχειρήματα ήταν ότι “ο Βοναπάρτης δεν έχει αποκτήσει παρόμοιο αντικείμενο από όλες τις κλοπές του στην Ιταλία” αλλά και “ότι προσφέρεται σημαντική υπηρεσία στις καλές τέχνες της Αγγλίας”. Ευτυχώς ο λόρδος Keith δεν μπόρεσε να στείλει άλλο ένα πλοίο της ντροπής.
Έτσι το καλοκαίρι του 1801 ο Έλγιν εξασφάλισε το περίφημο φιρμάνι από τις τουρκικές αρχές των Αθηνών. Το 1816 στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής των Κοινοτήτων ο Έλγιν αρνήθηκε να παραδώσει το έγγραφο – μεταφρασμένο στο μεταξύ μόνο στα ιταλικά, ενώ ο αιδεσιμότατος Hunt κατέθεσε από μνήμης ολόκληρο το φιρμάνι, το οποίο του είχε παραδοθεί πριν από 14 χρόνια. Και η εξεταστική επιτροπή βέβαια το δέχθηκε ως έγκυρο και ειλικρινές!
Το φιρμάνι λοιπόν του Hunt διέτασσε : “Είναι επιθυμία μας μόλις λάβετε την επιστολή αυτή, επιμελώς να συμμορφωθείτε προς τις υποδείξεις του προαναφερθέντος πρέσβη, καθ’ όσο χρονικό διάστημα οι προαναφερθέντες πέντε καλλιτέχνες που διαμένουν σ’ αυτό τον τόπο θα εξακολουθούν να εισέρχονται και να εξέρχονται από την Ακρόπολη των Αθηνών, η οποία είναι ο τόπος της παρατηρήσεως ή να κατασκευάζουν σκαλωσιές γύρω από τον αρχαίο Ναό των ειδώλων ή να κατασκευάζουν εκμαγεία από κιμωλία ή γύψο των προαναφερθέντων διακοσμητικών στοιχείων και αναγλύφων, ή να μετρούν τα θραύσματα και υπολείμματα άλλων ερειπίων, ή να ανασκάπτουν, όταν το θεωρούν απαραίτητο, τα θεμέλια αναζητώντας επιγραφές ανάμεσα στα ερείπια. Να μην παρενοχληθούν από τα προαναφερθέντα δισδαρή ούτε από άλλα πρόσωπα. Ούτε και από εσάς στους οποίους απευθύνεται αυτή η επιστολή – και να μην αναμιχθεί κανείς με τι σκαλωσιές τους ή με τα σύνεργά τους ούτε να τους παρεμποδίσει να πάρουν οποιαδήποτε κομμάτια πέτρας με επιγραφές και ανάγλυφα”. Το φιρμάνι υπογράφεται με σφραγιστόλιθο από τον Σεγκέρ Αβδουλάχ Καϊμακάμη, αναπληρωτή του Μεγάλου Βεζίρη. Πουθενά στο κείμενο δεν υπάρχει φράση που να επέτρεπε στα συνεργεία του Έλγιν να μεταφέρουν τμήματα των μνημείων στην Αγγλία. Στα αρχεία μάλιστα του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών υπάρχει έγγραφο τουρκικό διάβημα διαμαρτυρίας του 1805 για την αρπαγή των γλυπτών και τη μεταφορά τους στην Αγγλία. Εξάλλου, σε μια επιστολή του Έλγιν προς τον Άγγλο Πρωθυπουργό Spencer Perceval το 1811 δεν υπάρχει πουθενά αναφορά σε έγγραφη άδεια εξαγωγής των γλυπτών.
Ο ισχυρισμός όμως της ύπαρξης του υποτιθέμενου φιρμανιού ανατρέπεται και από το γεγονός ότι ο Παρθενώνας την εποχή εκείνη αποτελούσε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί) και απαγορευόταν δια νόμου η οιαδήποτε προσβολή δημοσίου κτιρίου, ακόμα και αυτή της υφαρπαγής αρχιτεκτονικών τμημάτων του. Η απαγωγή συνεπώς των γλυπτών έγινε με την άγνοια των αρχών της Κωνσταντινούπολης. Για την απόκτησή τους ο Έλγιν χρησιμοποίησε την προφορική διάδοση ενός υποτιθέμενου φιρμανιού το οποίο είχε μεταφέρει ο Hunt και νομιμοποιούσε την αφαίρεση των γλυπτών – μολονότι τα φιρμάνια επιδίδονταν μόνο από ειδικό ταχυδρόμο ή πλοίαρχο οθωμανικού καραβιού. Το άλλο μέσο του Έλγιν ήταν η δωροδοκία. Μόνο για δώρα προς τις τουρκικές αρχές της Αθήνας δαπανήθηκαν 21.902 λίρες, το ένα τρίτο περίπου των συνολικών εξόδων του Έλγιν για την ολοκλήρωση της ληστρικής του επιδρομής στην Ακρόπολη.

Η καταστροφική λεηλασία του μνημείου άρχισε το 1801. Ο δισδάρης της Ακρόπολης βλέποντας τους λίθους του ναού να κατακρημνίζονται από το 300μελές συνεργείο του Έλγιν και τα θρυμματισμένα κομμάτια μιας μετόπης να διασκορπίζονται, επιχείρησε να ματαιώσει την προσπάθεια των Άγγλων. Ήταν ανελέητη όμως η ισχύς της προστάτιδος Μεγάλης Δυνάμεως. Κιβώτια άρχισαν να συσκευάζονται και να μεταφέρονται φορτωμένα μα τους θεούς των Ελλήνων. Ο Παρθενώνας, το Ερεχθείο, ο Ναός της Απτέρου Νίκης, τα Προπύλαια, όλα λεηλατούνταν.Τα πρώτα κιβώτια με τα γλυπτά φορτώθηκαν στο ιδιωτικό πλοιάριο του Έλγιν “Μέντωρ”, στον Πειραιά, τον Ιανουάριο του 1802. Το πλοίο λίγες μέρες αργότερα ναυάγησε έξω από τα Κύθηρα, παραμένοντας στον βυθό του Αιγαίου περίπου έναν μήνα.Στον Βρετανό πρόξενο στα Κύθηρα ο Έλγιν θα γράψει: “Τα κιβώτια περιέχουν πέτρες χωρίς ιδιαίτερα μεγάλη αξία, αλλά είναι για μένα πολύ σημαντικό να τις περισώσω”. Οι θεοί των Ελλήνων ταξίδεψαν οριστικά τον Φεβρουάριο του 1803 με το πλοίο Braakel για τη σκοτεινή Γηραιά Αλβιώνα.
Το 1807 τα μάρμαρα του Παρθενώνα εκτέθηκαν για το κοινό στο σπίτι του λόρδου στο Park Lane. Η έκθεση έκλεισε μετά από δύο χρόνια και παρέμεινε προσιτή μόνο σε προνομιούχους επισκέπτες. Οικονομικές δυσπραγίες οδήγησαν τον Έλγιν σε σκέψεις για την οικονομική εκμετάλλευση της συλλογής, με τη μετατροπή του σπιτιού του στο Park Lane σε ιδιωτικό μουσείο και στην καθιέρωση εισιτηρίου για το κοινό. Άλλη σκέψη του ήταν να την κληροδοτήσει στο βρετανικό κράτος. Στις αρχές του 1810 το Βρετανικό Μουσείο προσέγγισε τον Έλγιν προκειμένου να εξασφαλίσει τη συλλογή.

Το 1807 τα μάρμαρα του Παρθενώνα εκτέθηκαν για το κοινό στο σπίτι του λόρδου στο Park Lane. Η έκθεση έκλεισε μετά από δύο χρόνια και παρέμεινε προσιτή μόνο σε προνομιούχους επισκέπτες. Οικονομικές δυσπραγίες οδήγησαν τον Έλγιν σε σκέψεις για την οικονομική εκμετάλλευση της συλλογής, με τη μετατροπή του σπιτιού του στο Park Lane σε ιδιωτικό μουσείο και στην καθιέρωση εισιτηρίου για το κοινό. Άλλη σκέψη του ήταν να την κληροδοτήσει στο βρετανικό κράτος. Στις αρχές του 1810 το Βρετανικό Μουσείο προσέγγισε τον Έλγιν προκειμένου να εξασφαλίσει τη συλλογή.
Τον Ιούνιο του 1816, ύστερα από μια μακροχρόνια συζήτηση με εκτεταμένες και έντονες διαφωνίες, η Βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων ψήφισε ένα διάταγμα: “ ο ανωτέρω αναφερόμενος λόρδος συμφώνησε να πουλήσει τα γλυπτά αυτά δια το ποσόν των τριάντα χιλιάδων λιρών, υπό τον όρο ότι όλη η παραπάνω αναφερόμενη συλλογή θα παραμείνει αδιαχώριστη στο Βρετανικό Μουσείο και ανοικτή για επιθεώρηση και θα φέρει την ονομασία “Ελγίνεια Μάρμαρα” και ο ανωτέρω αναφερόμενος λόρδος και κάθε πρόσωπο που θα αποκτά τον τίτλο του λόρδου του Έλγιν θα πρέπει να προστίθεται στους επίτροπους του Βρετανικού Μουσείου”.
Κατά την σύνοδο της Βουλής των Κοινοτήτων στις 7 Ιουνίου 1816 ο βουλευτής Hugh Hammerslay κάνει την πρώτη καταγεγραμμένη πρόταση για την επιστροφή των μαρμάρων. Πρότεινε μάλιστα να φυλαχθούν προσεκτικά στο Βρετανικό Μουσείο “μέχρι να ζητηθούν από τους τωρινούς ή τους οποιουσδήποτε κυρίους της πόλης των Αθηνών”. Τα μάρμαρα απετέλεσαν πάλι αντικείμενο διαμάχης σε μια ανταλλαγή απόψεων, οι οποίες δημοσιεύτηκαν σε συνέχειες το 1890-`91 στο περιοδικό του Λονδίνου Nineteenth Century. Στη συζήτηση έλαβε μέρος και ο Κωνσταντίνος Καβάφης, γράφοντας ότι “η τιμιότης είναι η καλλιτέρα πολιτική και τιμιότης εις την περίπτωση των Ελγινείων Μαρμάρων σημαίνει απόδοσις”. Το θέμα επανήλθε το 1924, όταν ο Harold Nicolson, της Υπηρεσίας Μέσης Ανατολής του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών, πρότεινε στην επέτειο της εκατονταετηρίδας από τον θάνατο του Byron στο Μεσολόγγι (19 Απριλίου 1824) να επιστραφεί η μία Καρυάτιδα του Ερεχθείου, την οποία είχε μεταφέρει ο Έλγιν στην Αγγλία. Τη δεκαετία του 1960 ο Colin Mclnnes με την εκτενή αρθρογραφία του επανέφερε στο προσκήνιο το θέμα της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Πρότεινε μάλιστα να γίνει η αρχή με την επιστροφή της Καρυάτιδας και του κίονα από το Ερεχθείο. Το 1938, κατά τη διάρκεια του καθαρισμού τους, τα μάρμαρα υπέστησαν ανεπανόρθωτες ζημιές, μετά την λείανσή τους με μεταλλικές βούρτσες! Η επανόρθωση μάλιστα της ζημιάς επιτεύχθηκε με τη χρήση ενός είδους κεριού αναμεμιγμένου με τέιον, για να δοθεί στα μάρμαρα απόχρωση “λευκού ιριδισμού” όμοια με την αρχική τους την οποία έχει κάθε σπασμένη επιφάνεια λευκού μαρμάρου. Τμήματα μάλιστα των γλυπτών ίσως να σμιλεύτηκαν εκ νέου. Οι λεπτομέρειες του δεύτερου αυτού βανδαλισμού βρίσκονται ακόμα επτασφράγιστες στα βρετανικά απόρρητα μυστικά έγγραφα και στα ημερολόγια συντήρησης του Βρετανικού Μουσείου, επιτείνοντας. 60 χρόνια αργότερα, την ένοχη σιωπή και την αμηχανία των “υπευθύνων” φορέων του Βρετανικού Μουσείου και του Κοινοβουλίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: